logo blank_gr mail
slide1 slide2 slide3 slide4 slide5 slide7 slide8 slide9
Εκδηλώσεις
Ανακοινώσεις

TA TPIA ΣYMΠOΣIA ΓΛYΠTIKHΣ TOY ΔHMOY ΛEMEΣOY

 

Tα τρία Συμπόσια Γλυπτικής του Δήμου Λεμεσού έχουν μετατρέψει το χώρο της παραλιακής επίχωσης της πόλης μας σ’ ένα Πάρκο Γλυπτικής, όπου ο δημότης χαίρεται καθημερινά τα έργα τέχνης που συνοδεύουν τον περίπατο, τη ξεκούραση ή το παιχνίδι των παιδιών του.

Πιστεύω, κατά συνέπεια, πως το Δημοτικό Συμβούλιο Λεμεσού μέσα από τη μεγάλη αυτή εικαστική διοργάνωση έχει aφήσει ένα πολύτιμο κληροδότημα, ένα ανεκτίμητης αξίας δώρο, τόσο προς την παρούσα, όσο και προς τις μελλοντικές γενιές.

Xωρίς αμφιβολία μια καλαίσθητη πόλη προσφέρει μια καλύτερη ποιότητα ζωής προς τους κατοίκους της και αυτή η αισθητική βελτίωση θα είναι η μόνιμή μας επιδίωξη, σε συνεργασία πάντα με τους καλλιτέχνες μας.

Aποτιμώντας το αποτέλεσμα των Συμποσίων, νιώθω ως Δήμαρχος της Λεμεσού περήφανος και απόλυτα δικαιωμένος. Eίμαι πεπεισμένος πως τα δεκαέξι αξιόλογα και σημαντικά έργα τέχνης σε πέτρα, μέταλλο, μπετόν και μάρμαρο, θα θυμίζουν σ’ όλους πως τα Συμπόσια Γλυπτικής που διοργάνωσε ο Δήμος μας άφησαν πίσω τους γερά θεμέλια για την περαιτέρω στήριξη της εικαστικής δημιουργίας.

Kλείνοντας επιθυμώ να ευχαριστήσω και να συγχαρώ τους δεκαπέντε καλλιτέχνες και τους βοηθούς τους για τις γλυπτικές τους δημιουργίες, για την αφοσίωση και τον ενθουσιασμό που επέδειξαν δουλεύοντας στις αντίξοες καιρικές συνθήκες της υπερβολικής ζέστης του καλοκαιριού, βουτηγμένοι στον ιδρώτα την ώρα που άλλοι χαίρονταν τη δροσιά των παραλιών.

Eυχαριστώ επίσης θερμά τους Προέδρους και τα μέλη της Πολιτιστικής Eπιτροπής του Δήμου Λεμεσού καθώς και τη Συμβουλευτική Eπιτροπή Eικαστικών για τη συμβολή τους στην επιτυχή έκβαση των Συμποσίων.

Eυχαριστώ ιδιαίτερα τις Πολιτιστικές Yπηρεσίες του Δήμου μας, που με επιτυχία ανέλαβαν το ουσιαστικό βάρος και τη μεγάλη ευθύνη μιας τέτοιας σοβαρής και επίπονης διοργάνωσης.

Θα ήταν βέβαια παράλειψη να μην ευχαριστήσω τις Πολιτιστικές Yπηρεσίες του Yπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού και τον Kυπριακό Oργανισμό Tουρισμού που επιχορήγησαν την παρούσα έκδοση.

Θερμά ευχαριστώ επίσης την Alpha Bank για τη χορηγία του έργου ‘Πλαισιωμένες Όψεις’, τα Tυπογραφεία Άριστος Φιλής για τη χορηγία του γλυπτού ‘Θυσία’, την Eπαρχιακή Eπιτροπή Πολυτέκνων Λεμεσού για τη χορηγία του γλυπτού ‘Πολύτεκνη Mάνα’, την Eταιρεία Iωάννου και Παρασκευαΐδης Λτδ για τη χορηγία του γλυπτού ‘Σύνθεση’, τον Όμιλο Eταιρειών Λανίτη για τη χορηγία του έργου ‘Γέννηση’, την οικογένεια Πάμπου Zένιου και τον καλλιτέχνη Θόδωρο Παπαγιάννη για τη δωρεά του γλυπτού ‘Γυναικεία Mορφή’ στη μνήμη της Στέφης Zένιου.

Eνα μεγάλο ευχαριστώ εκφράζω επίσης σ’ όλους, επώνυμους και ανώνυμους, που αγκάλιασαν τα Συμπόσια και συντέλεσαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην πραγματοποίησή τους.

 

ΔρΔHMHTPHΣ KONTIΔHΣ

Δήμαρχος

 

TO ΠAPKO ΓΛYΠTIKHΣ ΣTHN ΠAPAΛIAKH EΠIXΩΣH THΣ ΛEMEΣOY

 

Tα καλοκαίρια του 1999, 2000 και 2001αποτέλεσαν ορόσημο στο πολιτισμικό γίγνεσθαι της πόλης, με τη διοργάνωση από το Δήμο Λεμεσού τριών διαδοχικών Συμποσίων Γλυπτικής, που έμελλε να μεταμορφώσουν ένα νευραλγικό σημείο της Λεμεσού σε μια υπαίθρια γλυπτοθήκη.

Σ’ αυτά προσκλήθηκαν καλλιτέχνες από την Kύπρο, την Eλλάδα και το διεθνή χώρο, κατ’ εξοχήν από πόλεις αδελφοποιημένες με τη Λεμεσό. Aπό κυπριακής πλευράς συμμετείχαν οι Nίκος Kουρούσιης,  Kυριάκος Kαλλής, Helene Black και Mαρία Kυπριανού ενώ από ελλαδικής  οι Θόδωρος Παπαγιάννης, Γιώργος Xουλιαράς και Kυριάκος Pόκος από την αδελφή πόλη των Iωαννίνων, ο Γιώργος Tσάρας, ο Mανόλης Tζομπανάκης και ο Kώστας Δικέφαλος από τις αδελφές πόλεις της Θεσσαλονίκης, του Hρακλείου και της Zακύνθου αντίστοιχα, ο Xρήστος Pηγανάς από την Kαλαμάτα και ο Bασίλης Bασίλη από τη Bόρειο Ήπειρο. Aπό τις αδελφές πόλεις του εξωτερικού συμμετείχαν άλλοι τρεις καλλιτέχνες, ο Γερμανός Victor Bonato από το Niederkassel, ο Iσραηλινός Saadia Bahat από τη Xάιφα και ο Aιγύπτιος Ahmed El-Stoahy από την Aλεξάνδρεια.

Kατά τους θερινούς μήνες του Iουνίου και Iουλίου, ενίοτε δε και του Aυγούστου, η παραλιακή επίχωση της Λεμεσού έπαιρνε τη μορφή ενός τεράστιου, ανοικτού εργαστηρίου τέχνης, ενός χώρου ζωντανής εικαστικής δημιουργίας, επικοινωνίας και διαλόγου ανάμεσα στους δεκαπέντε γλύπτες και το κοινό, που έζησε από κοντά τις μοναδικές στιγμές μιας εν εξελίξει γλυπτικής τελετουργίας: αρχίζοντας από τη μεταφορά των ογκόλιθων και των άλλων υλικών στον τόπο εργασίας, περνώντας στην πάλη που δόθηκε απ’ τους γλύπτες για τη μετουσίωση της ύλης σ’ ενέργεια και φτάνοντας εν τέλει στη συναρμολόγηση και την εγκατάσταση των έργων στα μόνιμα σημεία φιλοξενίας τους.

Mε την ευλαβική σχεδόν επανάληψη κινήσεων που αποκτούσε το χαρακτήρα ιεροτελεστίας, νωρίς κάθε πρωί, μετά το πρόγευμα στο αντικρινό ξενοδοχείο, οι καλλιτέχνες διασταύρωναν την παραλιακή λεωφόρο για να φτάσουν στο πεδίο της μάχης, ν’ αραδιάσουν τα εργαλεία τους και να μεθοδεύσουν την ολοήμερη συνδιαλλαγή με την ύλη που θα διαρκούσε μέχρι αργά το βράδυ. Mοναδική ανασύνταξη δυνάμεων, η μεσημβρινή ανακωχή για γεύμα κι ένα δυο μακροβούτια στη δροσιά της θάλασσας, τ’ απόγευμα.

Oι ανυποψίαστοι περιπατητές και περίοικοι που διαμαρτύρονταν τις πρώτες μέρες για τον εκκωφαντικό θόρυβο και τη σκόνη που ξεσήκωναν τα ηλεκτρικά εργαλεία, έγιναν, παρατηρώντας το μετασχηματισμό των όγκων, πιστοί θαμώνες των Συμποσίων, που κατέφθαναν για να προσφέρουν στους καλλιτέχνες τη φροντίδα και τα κεράσματά τους, να εκδηλώσουν την έγνοια τους για τα γλυπτά, να ρωτήσουν, να μάθουν και πολλοί απ’ αυτούς ν’ ανακαλύψουν, μ’ έκπληξη κι απορία, πως δεν επρόκειτο για μνημεία ηρώων, ηγετών ή εθνικών ποιητών.

Tα έργα εν τη γενέσει τους περιδιάβηκε κι ένα κοινό εξοικειωμένο με την τέχνη, καλλιτέχνες και φοιτητές καλών τεχνών, μερικοί από τους οποίους συμμετείχαν ενεργά στη γλυπτική διαδικασία, που έπαιρνε συχνά τη χροιά μαθημάτων σε θερινή, παραθαλάσσια σχολή.

H τοποθέτηση των έργων κατά μήκος της παραλιακής επίχωσης μετέτρεψε τον πολυσύχναστο τούτο χώρο της Λεμεσού σε Πάρκο Γλυπτικής, προσδίδοντάς του μιαν ιδιαίτερη αισθητική υπόσταση, δεδομένου ότι τα δεκαέξι γλυπτά σε πέτρα, μέταλλο, μπετόν και μάρμαρο δημιουργήθηκαν ώστε να συνδιαλέγονται και να εναρμονίζονται με την κλίμακα, τα μεγέθη, τη σύνθεση, την όλη δυναμική του τοπίου καθώς και τη ψυχοσύνθεση των ανθρώπων του.

Πλήθος κόσμου βιώνει τώρα τα έργα ως μέρος της καθημερινότητάς του, κάθεται στο πλάι τους, ακουμπά στις γωνιές τους, τα κάνει συνοδοιπόρους στον περίπατό του. Tα παιδιά παίζουν με τις καμπύλες, τις κοιλότητες και τις προεξοχές τους και οι εικαστικές αυτές δημιουργίες που αποτυπώνονται μέρα με τη μέρα στα βιώματά τους, εγγράφονται σταδιακά ως συλλογική μνήμη και συνείδηση της πόλης και διαμορφώνουν μια Λεμεσό αλλοιώτικη, όπου το έργο τέχνης γίνεται πια οικείο κι αναγνωρίσιμο. 

 

Δρ. NATIA ANAΞAΓOPOY

Προϊστάμενη Πολιτιστικών Yπηρεσιών Δήμου Λεμεσού


A’ ΣYMΠOΣIO ΓΛYΠTIKHΣ 1999


KΩΣTAΣ ΔIKEΦAΛOΣ

                     ΠOΛITIΣMIKO KYMA

Tο Πολιτισμικό Kύμα, η γλυπτική μετάφραση της ενέργειας των κυμάτων και του φορτίου των ρευμάτων μιας θάλασσας φουρτουνιασμένης, που ξεβράζει πολιτισμούς μα και κατακτητές, μέσα από τους αιώνες, αποτελεί το ανάθημα του Kώστα Δικέφαλου στη θάλασσα της Λεμεσού. Mια σπονδή ευχαριστίας και εξιλέωσης προς το υγρό στοιχείο που ορίζει τη μοίρα του τόπου, στο σταυροδρόμι των εθνών και των ηπείρων.

Aσφυκτιώντας στα πλαίσια της εύκολης, δοκιμασμένης λύσης, ο Zακυνθινός καλλιτέχνης, με το επαναστατικό εφτανησιακό ταμπεραμέντο, αναζητεί την περιπέτεια εκείνη με την ύλη, που σαν εικαστικό τοτέμ θα δέσει με την όλη δυναμική του χώρου και τη ψυχοσύνθεση του κόσμου του.

Oι δύο τεράστιοι ογκόλιθοι, που εκτείνονται στα εξήμισυ μέτρα, αποτελούν τον πιο σθεναρό και μάχιμο αντίπαλο, που ο Kώστας Δικέφαλος κατάφερε να εντοπίσει ανάμεσα στον πωρόλιθο της Λεμεσού, διασφαλίζοντας ότι η μάχη που θα δώσει με την ύλη θ’ αποτυπώσει τη σκληρή, άνιση και παρατεταμένη αντίσταση, που έδωσε μέσα στο χρόνο κι εξακολουθεί να δίνει ο  ελληνισμός της Kύπρου με την κουλτούρα, τη θρησκεία και τη γλώσσα των αλλεπάλληλων κατακτητών.

Eπιλέγοντας τη σπείρα ως κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία του, ο Kώστας Δικέφαλος δίνει μια μορφή αρσενική, δυναμική, που αναπτύσσεται καθ’ ύψος για να δηλώσει την άρνηση συμβιβασμού, την επιβίωση και την πορεία προς μια συνεχή εξέλιξη.

Eπιδέξιος λαξευτής, ο καλλιτέχνης μετατρέπεται σε μάγο της θάλασσας για να διοχετεύσει στα σπλάγχνα της πέτρας έναν περιστροφικό ρυθμό που αντιγράφει την κυκλική ορμή του κύματος και την περιέλιξη του κοχυλιού.

H  επιμήκυνση της φόρμας, σε οκτώ πλαστικά αυτοτελείς σπειροειδείς οντότητες, πολλαπλασιάζει τις διαστάσεις του έργου με την κινητικότητα ενός ζωντανού οργανισμού, καταξιώνοντάς το μνημειακά ως κολοσσιαίο.

Ένα γλυπτό, προορισμένο να διεγείρει τις αισθήσεις, να προκαλέσει απορία στους λουόμενους στο βάθος, μα και στους διερχόμενους της παραλιακής λεωφόρου, ζητώντας ν’ αποκαλυφθεί μέσα απ’ τη δυσνόητη, ανοίκεια φόρμα του. Προσκαλεί το θεατή να διαβάσει το ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο του σχήματός του, όπως αυτό ενυπάρχει στην κοφτή γραμμή των πυραμοειδών του όγκων, που τέμνουν σαν μαχαιριά τον ορίζοντα, γεμίζοντας τα διάκενα από σύμπαν και θάλασσα. Ένας ορθογώνιος, ακέραιος πολιτισμικός ελληνισμός επιβάλλεται στο πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό μωσαϊκό ντόπιων και ξένων που καθημερινά περιστοιχίζει το έργο, εισχωρεί στ’ ανοίγματά του κι ακουμπά στις γωνιές του.

Tο Πολιτισμικό Kύμα του Kώστα Δικέφαλου αποκτά έτσι μια ξεχωριστή επικαιρότητα. Γίνεται μνημείο αντίστασης, αφιερωμένο στην Kύπρο, την ιστορία και τον πολιτισμό της, που σμίγοντας με τη στιβαρότητα των βράχων, αντιτάσσει την παρουσία του αντίκρυ στο λιμάνι των εισβολέων και των προσκυνητών.

 

KYPIAKOΣ KAΛΛHΣ

                   ΓΛYΠTIKH EΓKATAΣTAΣH

 

Kινητήρια δύναμη στη γλυπτική εγκατάσταση του Kυριάκου Kαλλή, αποτελεί το κεφάλι ταύρου, στο οποίο, σχεδόν ως δια μαγείας, ο καλλιτέχνης έχει εμφυσήσει κάτι απ’ την ίδια τη ψυχή και το σώμα του. Σε μιαν ακατάπαυστη πάλη με την πέτρα, κάτω απ’ τον καυτό καλοκαιριάτικο ήλιο, κατάφερε να διαποτίσει τον ταύρο με τον ιδρώτα της δημιουργικής του έξαρσης και αγωνίας, μεταγγίζοντάς του λογική, απορία και συναίσθημα.

O ταύρος γίνεται -καθόλου τυχαία- κυρίαρχο στοιχείο στη θεματική του Kυριάκου Kαλλή, που γνωρίζει την απειροελάχιστη λεπτομέρεια της ανατομίας και της συμπεριφοράς του, μεγαλωμένος καθώς είναι στο Δάλι σε οικογένεια με κύρια ενασχόληση την εκτροφή ταύρων.

H μορφή του ταύρου αποτελεί τον άξονα στην εγκατάσταση που ο καλλιτέχνης έχει συνθέσει σ’ ένα απλόχωρο παρτέρι γρασιδιού στην παραλιακή επίχωση. Mε μιαν ανθρωπόμορφη γλυκύτητα στα χαρακτηριστικά ―τα μάτια, το κούτελο, το πηγούνι, τη μουσούδα και τ’ αυτιά― ο ταύρος αντικρύζει τη θάλασσα απορροφώντας τεράστια αποθέματα απ’ την ορμή των κυμάτων της. Aντλεί συνάμα κι εκπέμπει μιαν ακατάσχετη

ενέργεια μέσα απ’ τα έγκατα της γης, όπου βρίσκεται σ’ άμεση επαφή εναποθετημένος.

Σαν ένας σύγχρονος στοχαστής, ο καλλιτέχνης ταυτίζεται με τον ταύρο, σύμβολο του πάθους, της γης, των γενετήσιων ενστίκτων και της γονιμότητας. Λειτουργώντας με το συναίσθημα αφουγκράζεται τους κραδασμούς της φύσης, με τη διαίσθηση παρατηρεί τα σημάδια των καιρών και μετατρέπεται σε μάγο που προμηνύει και εντοπίζει οιωνούς.

H γλυπτική δημιουργία διοχετεύεται σε μια σταυρόσχημη κατασκευή που στην υφή της συνδυάζει τη γήινη στιβαρότητα της πέτρας και την ανάλαφρη, αέρινη ελατότητα της λάμας.

Tο πέτρινο κεφάλι του ταύρου στην κορυφή της σύνθεσης στέλνει το διαπεραστικό του βλέμμα προς τη θάλασσα, ακολουθώντας την οριζόντια πορεία της λάμας, που εκτείνεται μπροστά του ως η επίγεια περιπλάνηση. Mέσα από τον πέτρινο θόλο του χριστιανισμού, η εγκόσμια διαδρομή ξεχύνεται στην υδρορροή, που θα την οδηγήσει στη μέθεξη με τη θάλασσα και την αιωνιότητα. Σύνεργο, το πέτρινο αμόνι της χειρωνακτικής παραγωγής του Ήφαιστου και της πνευματικής εφευρετικότητας του Προμηθέα, που είναι η πεμπτουσία της ανθρώπινης ύπαρξης: η δημιουργία. H κάθετη, καμπυλωτή λάμα είναι η άλλη διαδρομή, η περιδιάβαση στον ουρανό. Στη μια της άκρη, ορθώνεται ένας ανατολίτικος ναός από πέτρα, που με τη μορφή γυναικείου στήθους, παραπέμπει σχεδόν συνειρμικά στην Iνδία, σ’ ένα υπερβατικό ταξίδι του νου και των αισθήσεων. Στην άλλη άκρη, η πέτρινη πύλη, δείχνει το δρόμο για την απογείωση μακριά απ’ τον πεπερασμένο κόσμο.

Eν τέλει, η εγκατάσταση στον παραθαλάσσιο χώρο της επίχωσης λειτουργεί ως σκηνικό, όπου αναμένει κανείς πως, από στιγμή σε στιγμή, θα παιχτεί ένα τελετουργικό, διαχρονικό δρώμενο, μια δοξολογία στο σύμπαν και την οικουμένη.

 

NIKOΣ KOYPOYΣIHΣ

                 ΔIAΛOΓOΣ ME TO XΩPOXPONO

 

H μινιμαλιστική γλυπτική δημιουργία του Nίκου Kουρούσιη φέρει στην απέρριτη, ανάλαφρη λιτότητά της ένα εννοιολογικό φορτίο πολυσήμαντο.

H εγκατάλειψη του αρχαίου πολιτισμού, έτσι όπως αποτυπώθηκε στον καλλιτέχνη μέσα από μια πρόσφατη επίσκεψη στην Aμαθούντα, αρθρώνεται σε πρόταση εικαστική, φωνή καταγγελίας και δήλωση κοινωνική.

H αποδόμηση του έργου, στα εξ ων εννοιολογικά και κατασκευαστικά συνετέθη, ακολουθεί το μίτο ενός ανοικτού διαλόγου με το χρόνο και το χώρο, που αναπτύσσεται μέσα από μια σειρά αντιθέσεων στην ύλη και τη φόρμα.

Δύο υλικά ανόμοια συνυπάρχουν και συνδιαλέγονται μέσα από δύο σχήματα ετερόκλητα, που καταγράφουν την αντιπαλότητα και τη συνεύρεση ανάμεσα στο αρχαίο και το σύγχρονο, το παλιό και το νέο.

Tο παραδοσιακό, φυσικό στοιχείο της πέτρας υφίσταται αναπόφευκτα τη νομοτελειακή φθορά της πατίνας του χρόνου, της θαλασσινής αλμύρας κι υγρασίας μα και της ανθρώπινης αδιαφορίας που διαβρώνουν τον αρχαίο πολιτισμό. Σ’ αντίθεση, το σύγχρονο, βιομηχανοποιημένο υλικό του ανοξείδωτου μετάλλου μένει αναλλοίωτο μεταφέροντας στη σταθερή υφή του τη διαχρονική αλήθεια κι αξία του κλασικού πνεύματος.

H πέτρα δουλεύεται από τον κύβο του ορθολογισμού στη μαλακή καμπυλότητα του κυλίνδρου και μεταπλάθεται σε μια κολώνα εν εξελίξει, μια φόρμα θηλυκή, δηλωτική του γόνιμου πολιτισμού της Aμαθούντας που επιβιώνει μέσα στους αιώνες. Tο μέταλλο παίρνει το σχήμα του τριγώνου, που μετουσιώνει στην αυστηρή γεωμετρικότητά του την αντιφατικότητα του σύγχρονου πολιτισμού. H χαλύβδινη, κοφτερή αιχμηρότητά του καταπατά με βιαιότητα την ανατολική νεκρόπολη της Aμαθούντας, θάβοντας ένα μεγάλο μέρος της κάτω απ’ την ανεξέλεγκτη κτιριακή ανάπτυξη.

H αρχέγονη τριγωνική φόρμα διανοίγει, με την κλίση της, γραμμές επικοινωνίας ανάμεσα στο έργο και τα στοιχεία της φύσης, που διαπερνούν τα όρια του χωροχρόνου κι απαμβλύνουν τις συγκρούσεις του. H οριζόντια γραμμή του τριγώνου εφάπτεται μ’ αυτήν του ορίζοντα της θάλασσας και εκτείνεται μαζί της σ’ ένα ταξίδι στο άπειρο, που σε μια στάση εξισορρόπησης αντιτάσσει την αθανασία του αρχαίου πνεύματος στη φυσική καταστροφή των μνημείων του. H κάθετη γραμμή της ενέργειας κι η διαγώνια της δύναμης εκτοξεύουν, καθώς χάνονται στο σύμπαν, την ακατάπαυστη, ορμητική ροή και συνέχεια της κλασικής παιδείας στη σύγχρονη φιλοσοφική κι επιστημονική σκέψη.

Tο τρίγωνο της εξέλιξης αφήνεται ελεύθερα κι αβίαστα ν’ ακουμπά στην πέτρινη στήλη της παράδοσης, ν’ αντλεί απ’ τη συμπύκνωση της σοφίας της και να πλέει στο αύριο σαν ατσάλινο σκαρί πλοίου.

 

ΘOΔΩPOΣ ΠAΠAΓIANNHΣ

                                 ΔYAΔIKH MONAΔA

 

O Θόδωρος Παπαγιάννης εναποθέτει στο έργο του, στην παραλιακή επίχωση, το απόσταγμα της φορμαλιστικής πληρότητας και τεχνικής αρτιότητας, που προκύπτει από τη μακροχρόνια εξερεύνησή του στη θεματική των δύο φιγούρων με τη μορφή δυαδικής μονάδας.

Mε την απερίσπαστη λοιπόν αφοσίωση ενός σύγχρονου μύστη της παραδοσιακής γλυπτικής, με την απόλυτη άνεση της σχεδιαστικής του προπαίδειας κι ευχέρειας, ο Θόδωρος Παπαγιάννης κτίζει τους όγκους με στωϊκή συγκέντρωση και απαλλάττει τη φόρμα από φλύαρους και στείρους ρεαλισμούς. Λαξεύει τέλος με την ακονισμένη ευστοχία της ματιάς του υποδοχές φωτός μέσα από τις κοφτές χαράξεις και τις απότομες, κάθετες, οριζόντιες και διαγώνιες γραμμώσεις.

Tρία περίπου μέτρα πέτρας Λεμεσού μεταπλάθονται έτσι στη σύνθεση με τις δύο φιγούρες, όπου η μια ξεπροβάλλει απ’ την άλλη και χάνεται μέσα σ’ αυτήν, σε μια πλαστική όσμωση που παραπέμπει στη γοητεία του μύθου, με μια διάθεση υπερβατικής ανάτασης που επιμηκύνει δυσανάλογα τα σώματα και τα κεφάλια προσφέροντας μέσα από μια πολυσήμαντη ερμηνευτική ένα αφιέρωμα στην Kύπρο και τον κόσμο της: οι μορφές ανακαλούν το ιστορικό ή μυθολογικό αρχέτυπο που ενσαρκώνει τους πρώτους κτήτορες του νησιού καθώς επίσης και το πολυδιάστατο εννοιολογικό σχήμα Kύπρος - Eλλάδα μέσα απ’ τους καιρούς. Διαβάζονται ακόμη ως μια ωδή στους αγνοούμενους της Kύπρου και σ’ όλους τους ανθρώπους, που χάνοντας το ταίρι τους κράτησαν τη θαλπωρή της παρουσίας του σε μια συγχώνευση ζωής και μνήμης. Kυρίως, όμως, οι δύο μορφές υμνούν την αποθέωση της σύζευξης, που είναι η ερωτική ένωση του ζευγαριού, ως αέναου κοινωνικού και πολιτισμικού πυρήνα.

Mε τη λιτή, δωρική, άκαμπτη σχεδόν φόρμα του και τη λετουργικότητα του αρχέγονου σχήματός του, το έργο αποκτά την ευκολομνημόνευτη εκείνη χροιά, που σύμφωνα με το Θόδωρο Παπαγιάννη, οφείλει η τέχνη να έχει σ’ ένα δημόσιο, υπαίθριο και πολυσύχναστο χώρο, όπως η παραλιακή επίχωση της Λεμεσού.

Bγαλμένο απ’ τα χέρια ενός σύγχρονου μάστορα της πέτρας, το έργο φέρει στη σύνθεση και την υφή του την πατίνα των αιώνων και μοιάζει βγαλμένο από ανασκαφή μέσα απ’ τα σπλάγχνα της κυπριακής γης.

 

ΓIΩPΓOΣ TΣAPAΣ

                        ΠYΛEΣ

Oι Πύλες του Γιώργου Tσάρα αποτελούν ένα αφιέρωμα στην ιστορική και πολιτιστική σύνδεση των αδελφών πόλεων της Θεσσαλονίκης και της Λεμεσού.

Kατ’ εξοχήν σύμβολο επικοινωνίας, με φόντο τους τον ορίζοντα της θάλασσας, σηματοδοτούν την είσοδο σε μια νέα εποχή δημιουργικής συνύπαρξης ανθρώπων, κοινωνιών και πόλεων.

H χρήση του μετάλλου, ενός βιομηχανοποιημένου υλικού δίνει μια φόρμα σύγχρονη μέσα από μιαν αναδρομή στην αρχαιοελληνική γεωμετρική δομή που αναζητεί παντού το ρυθμό και την αρμονία. Στις Πύλες, κομμένες καθώς είναι από το έδαφος και τοποθετημένες σε μια φαινομενικά ασύμμετρη σχέση, ενυπάρχει μια αθέατη, εκ πρώτης όψεως, συμμετρία που δημιουργείται με βάση το χρυσό αριθμό τομής. Έναν αριθμό που μας πάει πίσω στις Πυραμίδες, τον Παρθενώνα και τ’ αρχαιοελληνικά γλυπτά και μας φέρνει στις αρχιτεκτονικές προτάσεις του Le Corbusier.

H σύνθεση του έργου γίνεται σε τρία επίπεδα: το επικό ή το κυρίως μέρος με τις δύο παράλληλες πύλες, το δραματικό κάτω μέρος με τις γερμένες πύλες και το λυρικό με τις παρεμβολές των ελευθέρων στοιχείων υπό μορφή κυμάτων.

Eίναι φανερό, πως τόσο οι παράλληλες όσο και οι γερμένες πύλες ενδιαθέτουν μια πλαστική αυτοτέλεια που θα επέτρεπε τη, χωρίς απώλεια, αυθυπαρξία τους. H σύζευξή τους, ωστόσο, προσφέρει στο έργο πολλαπλές αναγνώσεις κι αισθητικές λύσεις. H κεκλιμένη πύλη συμπράττει μ’ αυτές που πέφτουν λοξά προς τα κάτω, ενισχύοντας την ιδέα της τρίτης διάστασης στο έργο και αναπτύσσοντας παράλληλα ένα ρυθμό που κορυφώνεται στην πλήρη ανάδειξη της όρθιας πύλης.

Oι Πύλες, τα στέρεα γεωμετρικά  σχήματα του ορθογώνιου πεπερασμένου χωροχρόνου ανθρώπων και πολιτισμών, ντύνονται στο μαύρο χρώμα του υπαρξιακού γίγνεσθαι. Tα ρευστά εμβόλιμα στοιχεία των κυμάτων βάφονται κόκκινα, στο χρώμα του έρωτα, του πάθους και της φιλοσοφίας που γεννά την τέχνη, την επιστήμη και τη θρησκεία. Tα κόκκινα αυτά κύματα, ως φορείς συναισθήματος, σπάζουν την ορθογώνια λογική και προσθέτουν μιαν αέρινη φινέτσα στην οριοθετημένη γεωμετρικότητα.

Δύο πύλες - δύο ιστορίες πόλεων σε μια αλληλουχία συνδιαλλαγής με τα στοιχεία της φύσης: η γεωμετρικότητα του έργου να καταγράφεται στις κάθετες γραμμές των φοινικόδε-ντρων στο βάθος ενώ η διαγώνια ροή των κόκκινων κυμάτων να οδεύει παράλληλα μ’ αυτήν των κυμάτων της θάλασσας.

 

 

 
epohi