logo blank_gr mail
slide1 slide2 slide3 slide4 slide5 slide7 slide8 slide9
Ανακοινώσεις  

ΟΜΙΛΙΕΣ

Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ[1]

Κώσταs N. Παπανικόλας

Καθηγητής  του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρόεδρος του Συμβουλίου Εκπαιδευτικής Αξιολόγησης και Πιστοποίησης Κύπρου


Ευχαριστώ τους οργανωτές, το Δήμο Λεμεσού και το Frederick Institute of Technology.  Με τιμά και με συγκινεί η πρόσκληση αυτή στο Δημοτικό Aνοικτό Πανεπιστήμιο. Στα πολλά κολακευτικά εισαγωγικά σχόλια και βιογραφικά στοιχεία για τον ομιλητή, που μόλις άκουσα, λείπει μια λεπτομέρεια: το 1959 το πέρασα στη Λεμεσό.  Ήμουν τότε εννέα χρονών, μαθητής στην τρίτη δημοτικού στη Γ’ Αστική Σχολή, μόλις μερικές δεκάδες μέτρων μακριά από αυτό το κτίριο.  Επισκέφτηκα ξανά το μέρος πριν λίγο και με χαρά μου διαπίστωσα ότι το σχολείο είναι ακόμα εκεί. Ήταν πολύ συγκινητικό, όπως συγκινητική είναι η παρουσία στο ακροατήριο τόσων γνωστών.  Χαίρομαι ιδιαίτερα που βρίσκομαι μαζί σας.

 

Ο θέμα που δέχτηκα να πραγματευθώ  είναι δύσκολο και μπορεί να προσεγγισθεί με πολλούς τρόπους.  Γνωρίζω ότι αναφέρεται έμμεσα αλλά σε μεγάλο βαθμό στην ίδρυση του Δεύτερου Πανεπιστημίου στην Kύπρο με πιθανολογούμενη έδρα την Λεμεσό. Παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον τη συζήτηση γύρω από την ίδρυση δεύτερου Πανεπιστημίου στην Κύπρο και το θέμα της αποκέντρωσης και της γεωγραφικής διασποράς αυτού του επιστημονικού  και πολιτιστικού κέντρου που πρόκειται να ιδρυθεί. Τι σημαίνει ο τίτλος «Δυναμική της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην περιφέρεια»; Αποφάσισα να μην εμβαθύνω, όπως θα μπορούσα, στο τι θα σήμαινε μια περαιτέρω ανάπτυξη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Κύπρο και συγκεκριμένα στην περιφέρεια, αν θεωρήσουμε ότι η Λευκωσία είναι κέντρο.  Προτίμησα να εξετάσω το θέμα στην γενική του μορφή και να τοεξειδικεύσω στο τέλος στη συγκεκριμένη περίπτωση της Κύπρου.

 

Το ερώτημα που με απασχόλησε, μετά την πρόσκληση σας, ήταν το τι είναι «περιφέρεια» στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Δεν είναι τόσο εύκολο ν’ απαντηθεί, ανκαι το ερώτημα αυτό φαίνεται τετριμμένο. Όταν λέμε τριτοβάθμια εκπαίδευση, σε  ποιο είδος εκπαίδευσης αναφερόμαστε; Αυτό δεν προκύπτει από τον τίτλο, κι όταν λέμε περιφέρεια, περιφέρεια τίνος;  Πως ορίζεται το κέντρο και πως ορίζεται η περιφέρεια;  Κύρια εστιάστηκα σ’ αυτά τα δύο γενικά ερωτήματα και ελπίζω στη συζήτηση να αναδειχθούν τα πολλά εξειδικευμένα ερωτηματικά που αφορούν το συγκεκριμένο πρόβλημα του Κυπριακού κέντρου – περιφέρειας, που εσείς γνωρίζετε πολύ καλύτερα. Το θέμα, όπως είπα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και σύγχρονο. Είναι και πολύ επίκαιρο γιατί πιστεύω ότι επιστημολογικά μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο αφού λάβουμε υπόψη την συνταρακτική μεταβολή που συντελείται σήμερα με τη διεθνοποίηση της γνώσης και της επιστήμης.

 

 

H Eποχή της Γνωσιοκρατίας

 

Η ανθρωπότητα εισήλθε οριστικά στην ιστορική περίοδο, όπου η οικονομική ανάπτυξη, η κοινωνική ευημερία και η διαχείριση του ίδιου του οικοσυστήματός μας εξαρτώνται πρωταρχικά από την παραγωγή και αξιοποίηση επιστημονικής γνώσης.

 

Ανάλυση του επιστημονικοτεχνολογικού συστήματος της παραγωγής και διαχείρισης γνώσης όπως και της παγκοσμιοποιημένης παραγωγής και διάθεσης προϊόντων μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι μηχανισμοί παραγωγής επιστημονικής, τεχνολογικής γνώσης και πολιτισμού, όπως και της οικονομικής αξιοποίησής τους καθορίζουν στ’ αλήθεια το τι καλούμε περιφέρεια και το τι καλούμε κέντρο.  Θα παραθέσω κάποια στοιχεία, κύρια των ΗΠΑ, τα οποία έχουν μελετηθεί με εξαιρετική λεπτομέρεια και τα οποία πιστεύω σκιαγραφούν  και προδιαγράφουν το τι θα δούμε στην Ευρώπη και στη συνέχεια στην Ελλάδα και Κύπρο.

 

Από το 1997, εδώ και τρία χρόνια, στην αμερικάνικη οικονομία την πρώτη θέση έχει πάρει η βιομηχανία πληροφορικής τεχνολογίας, η οποία αποτελείται από την τεχνολογία των υπολογιστών και τηλεπικοινωνιών. Έχει πωλήσεις που υπερβαίνουν το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια, ξεπερνά σε μέγεθος όλους τους άλλους γιγαντιαίους τομείς της οικονομίας: αυτοκινητοβιομηχανία, βιομηχανία τροφίμων, οικοδομική κ.λπ. Απασχολεί πέντε εκατομμύρια εργαζόμενους και το πιο σημαντικό που έχει άμεση επίπτωση και για την Κύπρο είναι ότι οι αμοιβές των εργαζομένων στον τομέα αυτό είναι 75% πιο ψηλές από αυτές των αντίστοιχων εργαζομένων στους άλλους τομείς. Είναι ο τομέας που κατ’ εξοχήν αποδίδει στους εργαζόμενους.  Άρα είναι πολύτιμος γι’ αυτόν που τον φιλοξενεί και φυσικά περιζήτητος. Αυτές οι δυνατότητες και οι τεχνολογίες αναπτύχθηκαν κύρια μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στις ΗΠΑ και στην τότε Σοβιετική Ένωση, χώρες που κυριάρχησαν στον προηγούμενο αιώνα σ’ ένα έντονο αναμεταξύ τους ανταγωνισμό. Το τοπίο που δημιουργήθηκε από τον ανταγωνισμό αυτό έχει τα εξής χαρακτηριστικά:

 

  • Eίναι ένα παγκοσμιοποιημένο σύστημα. Όλα τα βιομηχανικά αγαθά που μπορούν να παραχθούν σήμερα, μπορούν να παραχθούν οπουδήποτε. Άρα θα παραχθούν εκεί που το κόστος είναι μικρότερο και μπορούν να διατεθούν οπουδήποτε, όπου δηλαδή υπάρχουν οι κατάλληλα αναπτυγμένες αγορές.
  • Τα έξοδα μεταφοράς των πρώτων υλών έχουν μειωθεί δραματικά και έχουν αφαιρέσει το συγκριτικό πλεονέκτημά του που βρίσκονται τα πρώτα υλικά, απλώς μεταφέρονται εκεί που πρόκειται να γίνει η κατασκευή. Μελέτες δείχνουν ότι η δραστική μείωση του κόστους πρώτων υλών μειώθηκε κατά 60% από το 1970 μέχρι το 1990. Το δε εργατικό κόστος, ανειδίκευτων και βιομηχανικών εργατών – κι αυτό είναι σημαντικό για μια πόλη με εργατική παράδοση όπως η Λεμεσός – μειώνεται διεθνώς και διαρκώς, και έχει τάσεις προσαρμογής στα ημερομίσθια του τρίτου κόσμου.  Απλώς τα εργοστάσια θα μεταφερθούν εκεί που το εργατικό δυναμικό είναι πιο φθηνό.

 

 

Έχουμε περάσει σε μια περίοδο ιστορική την οποία αποκαλώ γνωσιοκρατία. Η διεθνοποίηση των αγορών πρώτων υλών και κεφαλαίου έχουν ριζικά αλλάξει τον τρόπο που λειτουργεί η οικονομία. Έχει προκύψει από πληθώρα οικονομικών μελετών ότι το κυρίαρχο συγκριτικό οικονομικό πλεονέκτημα στην "νέα οικονομία" είναι η επιστημονική γνώση και η τεχνογνωσία.  Είναι ο μόνος τομέας (το κτίσιμο μηχανισμών παραγωγής γνώσης) όπου η κίνηση είναι αργή και δύσκολη και η χρονική σταθερά του να την αποκτήσει κανείς – αυτή την απαραίτητη γνώση ακόμη κι όταν το θελήσει – είναι πάρα πολύ ακριβή και πάρα πολύ αργή.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η απόφαση της Ευρώπης να αναπτύξει αεροναυπηγική βιομηχανία ανταγωνιστική των HΠA, που τελικά το κατάφερε. Χρειάστηκαν δύο δεκαετίες και είκοσι έξι δισεκατομμύρια δολάρια πριν γίνει ανταγωνιστική με την αμερικάνικη. Τα πολλά παραδείγματα αποτυχίας είναι εξίσου αποκαλυπτικά.  Το πιο χαρακτηριστικό αφορά την προσπάθεια πολλών χωρών ν’ αναπτύξουν τεχνολογία υπολογιστών, όπου δεκαετίες και δισεκατομμύρια Ευρώ ή δολαρίων δεν έχουν αποδώσει λόγω της πολύ ταχύρυθμα εξελισσόμενης τεχνογνωσίας. Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο και για την Ελλάδα και για τις στρατηγικές τους επιλογέςΔεν έχουν την πολυτέλεια  για σπατάλη πόρων σε  λαθεμένες επιλογές.  Θα επανέλθω στο σημείο αυτό στο τέλος της παρουσίασης μου.

 

 

Η Εκπαίδευση την  Εποχή της  Παγκοσμιοποίησης και της Γνωσιοκρατίας

 

Η απόκτηση και η διατήρηση του συγκριτικού πλεονεκτήματος της τεχνογνωσίας (ή καλύτερα της γνώσης) απαιτεί μακρόχρονες επενδύσεις, του τύπου που κανένας ιδιωτικός φορέας δεν επιτελεί. Απαιτεί επενδύσεις σε εκπαίδευση υψηλού επιπέδου όχι απλώς εκπαίδευση, έρευνα θεμελιακή και εφαρμοσμένη. Aυτό απαιτεί στρατηγική υποδομή και σχεδιασμό. Είναι πολύ αποκαλυπτικά τα αποτελέσματα  μιας έρευνας για το ρόλο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε συνδυασμό με τον ερευνητικό της χαρακτήρα.  Αναφέρομαι στην διεθνώς συζητημένη μελέτη της Τράπεζας της Βοστόνης (Bank of Boston) για τον οικονομικό αντίκτυπο των μεγάλων ερευνητικών πανεπιστημίων στην παγκόσμια οικονομία και ειδικότερα αυτή των HΠA.  Σαν παράδειγμα επιλέγηκε, όχι τυχαία μια και μιλάμε για τη Bοστώνη, η περίπτωση του Tεχνολογικού Iνστιτούτου της Mασσαχουσέτης, του MIT.  H μελέτη αυτή συμπεραίνει ότι ο οικονομικός αντίκτυπος των επενδύσεων σε τεχνολογική παιδεία είναι τεράστιος. Tα στοιχεία είναι τα ακόλουθα:

 

·        Απόφοιτοι του ΜΙΤ δημιούργησαν πέραν των 4,000 εταιρειών, οι οποίες το 1994 μονάχα είχαν πωλήσεις αξίας $232 δις, με απασχόληση 1.1 εκατ. θέσεις εργασίας.

·        Αν η οικονομική αυτή δραστηριότητα ανήκε σε κάποιο ανεξάρτητο κράτος, το κράτος αυτό θα είχε ακαθάριστο εγχώριο προϊόν $116 δις και θα κατείχε την 24η σε μέγεθος οικονομία. Συγκριτικά αναφέρω ότι το ΑΕΠ της Ελλάδας και της Κύπρου είναι $86 δις και $9 δις αντίστοιχα (1997).

·        Από τις εταιρείες αυτές, 220 είναι εκτός ΗΙΙΑ και απασχολούν 28,000 άτομα. Εξήντα επτά είναι στην Ευρώπη με μέση απασχόληση 215 άτομα και πωλήσεις $18 εκατ. ανά εταιρεία.

 

·        Τα στοιχεία γίνονται ακόμη πιo εντυπωσιακά αν λάβουμε υπόψη ότι το ΜΙΤ είναι ένα μικρό πανεπιστήμιο, με μόνο 4,500 προπτυχιακούς και 4,200 μεταπτυχιακούς φοιτητές. Οι Ελληνικής καταγωγής φοιτητές τον, όπως και η κοινότητα Ελλήνων καθηγητών του, είναι ιδιαίτερα σημαντική.

 

 Το συμπέρασμα που θέλω να τονίσω απ’ αυτή την εντυπωσιακή μελέτη είναι ότι η πιο αποδοτική επένδυση σήμερα, με το μεγαλύτερο οικονομικό πολλαπλασιαστή, είναι η επένδυση σε υψηλής ποιότητας, και υπογραμμίζω "το υψηλής ποιότητας", τριτοβάθμια εκπαίδευση.  Ίσως βιαστικά κάποιοι να προτρέξουν και να συμπεράνουν ότι το «ιδιωτικό», γιατί το Μ.Ι.Τ. είναι αυτόνομο (μη κρατικό) πανεπιστήμιο, αλλά κοινωφελές και μη εμπορευματικό, δικαιώνει τις νεοφιλελεύθερες απόψεις περί έρευνας και εκπαίδευσης.  Δυστυχώς η μελέτη των στοιχείων που αφορούν το ΜΙΤ θα τους απογοητεύσει. Ο ετήσιος ερευνητικός προϋπολογισμός του Ιδρύματος που είναι εφτακόσια πενήντα εκατομμύρια δολάρια προέρχεται κατά 85% από κρατικά κονδύλια, που χαρακτηρίζονται από μακρόχρονη προοπτική και ευρείς επιστημονικούς ορίζοντες.

 

Εξ ίσου σημαντικό είναι το θέμα της οικοδόμησης της στρατηγικής υποδομής για την ανάπτυξη αυτής της βιομηχανικής ψηλής τεχνολογίας.  Οι επενδύσεις που έγιναν παγκόσμια δείχνουν ότι αυτές γίνονται από το οργανωμένο κοινωνικό σύνολοσυνήθως από το κράτος και  όχι από ιδιωτικά εμπορευματικά ιδρύματα.  Η αιτιολόγησή των επενδύσεων αυτών διαφέρει από χώρα σε χώρα, πολύ συχνά  κρύβεται κάτω από το κάλυμμα εθνικής αμυντικής πολιτικής. Η ουσία όμως παραμένει η ίδια.  

Οι εντυπωσιακοί και τεράστιοι σε οικονομικό μέγεθος τεχνολογικοί τομείς είναι όλοι αποτέλεσμα στρατηγικών κοινωνικών επενδύσεων.  Παραθέτω πιο κάτω μερικά παραδείγματα τέτοιων στρατηγικών επιλογών και δίνω επιγραμματικά  την αιτιολογία που δόθηκε για την χρηματοδότηση τους.

·        Η ανάπτυξη της τεχνολογίας υπολογιστών και επικοινωνιών (άμυνα)

·        Η ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας και τεχνολογίας (project Manhattan, άμυνα)

·        Η ανάπτυξη της σύγχρονης φαρμακολογίας, ιατρικής και βιοτεχνολογίας (πρόγραμμα αντιβιοτικών  στον Β παγκόσμιο Πόλεμο)

·        Global Positioning System (θεμελειακή έρευνα για Γενική Θεωρία της Σχετικότητας)

·        Αεροναυπηγική βιομηχανία  (άμυνα)

 

Πρέπει, να ομολογήσω ότι προσπάθησα, αλλά, δεν κατάφερα, να εντοπίσω σημαντικό επιστημονικό-τεχνολογικό τομέα της οικονομίας που αναπτύχθηκε στη μεταπολεμική περίοδο από την ιδιωτική πρωτοβουλία, ακόμη και όταν θεωρήσουμε την τεράστια, εκπαιδευτική υποδομή και τα συστήματα μεταφορών και επικοινωνιών ως δεδομένα.

 

Η εξήγηση είναι απλή και πρέπει να τη λάβουμε πολύ σοβαρά υπ’ όψη όταν σχεδιάζουμε τριτοβάθμια παιδεία στην Κύπρο. Ο χρονικός ορίζοντας επενδύσεως των ιδιωτικών εταιριών είναι βραχύς.  Μερικά χρόνια στην καλύτερη περίπτωση, και γίνεται ολοένα και πιο σύντομος στο διεθνοποιημένο, χωρίς εθνικά προστατευτικά πλαίσια, ανταγωνισμό. Οι στρατηγικές επενδύσεις όμως, που είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη και προστασία αυτού του πλαισίου χρειάζονται ολοένα και μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, δεκαετίες. Η αντίθεση αυτών των δυο τάσεων δημιουργεί την ανάγκη  κρατικού παρεμβατισμού.

 

 

 

Ο Μεταβαλλόμενος Ρόλος της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

 

Τα χαρακτηριστικά ενός ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είτε αυτό είναι κρατικό, είτε πολιτειακό, είτε δημοτικό ή ιδιωτικό δεν είναι διαχρονικά. Αλλάζουν όπως αλλάζει και το οικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται, όπως αλλάζουν και οι κοινωνίες που το συντηρούν. 

 

Τα πρώτα “σύγχρονα” ερευνητικά και άμεσα συνδεδεμένα με την παραγωγή πανεπιστήμια διαμορφώνονται στα μέσα και τέλη του προηγούμενου αιώνα, δηλαδή στην αποκορύφωση της βιομηχανικής επανάστασης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο προβληματισμός για τον ρόλο του σύγχρονου πανεπιστημίου (όπως και η δημιουργία του) διατυπώνεται στις εκβιομηχανοποιημένες χώρες της εποχής στις οποίες ήδη έγινε αισθητή η ανάγκη τροφοδοσίας της οικονομίας με κατάλληλα καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, όπως και η δημιουργία ιδεολογίας προσαρμοσμένης στην νέα κοινωνική δομή της βιομηχανικής κοινωνίας. Την εποχή αυτή έχουμε την δημιουργία των Land Grand Universities στις ΗΠΑ (κύρια για να εξυπηρετήσουν την μηχανοποίηση της γεωργικής παραγωγής), την άνθιση των Grand Ecoles της Γαλλίας, την δημιουργία του Κεντροευρωπαϊκού μοντέλου πανεπιστημίου με προεξέχον αυτό του Βερολίνου κ.λπ. Οι κλασσικοί θεωρητικοί του “μοντέρνου” πανεπιστημίου όπως W. Dewey, W. Von Humbolt και ο καρδινάλιος Newman διατυπώνουν την θεωρία - ιδεολογικό περίβλημα του “σύγχρονου” πανεπιστημίου όπου τονίζουν την ανάγκη προστασίας της ευρύτερης και ανθρωπιστικής παιδείας. Παρά τις σημαντικές παρεμβάσεις, όπως αυτή του V. Bush (“Science the Endless Frontier”) το θεωρητικό αυτό πλαίσιο επεξεργασμένο και εκλεπτυσμένο κυριάρχησε μέχρι τις μέρες μας. Η δύση της ιστορικής περιόδου της βιομηχανικής επανάστασης, η εμπέδωση της γνωσιοκρατικής περιόδου στην παραγωγή και της διεθνοποίησης της οικονομίας θέτουν το ερώτημα περί του ρόλου του “σύγχρονου” πανεπιστημίου σε νέο φως.  Η θέση ενός πανεπιστημίου, ή ενός κολεγίου στη διεθνή τοπική κοινότητα, δεν μπορεί να κατανοηθεί με τα πρότυπα της βιομηχανικής περιόδου.

 

 Είναι ανάγκη να αναπροσαρμόσουμε τα πρότυπα μας στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, και τελικά να αναζητήσουμε τις επιπτώσεις τους στην κυπριακή πραγματικότητα. Αν κοιτάξουμε που σπουδάζουν σήμερα οι Κύπριοι φοιτητές, πως επιστρέφουν και πως ενσωματώνονται στην Κυπριακή κοινωνία, είναι ορατή στο επίπεδο περιφέρειας η παγκοσμιοποίηση.  Για την Κύπρο, και για το δεύτερο πανεπιστήμιο, τα κύρια ερώτηματαπρέπει να είναι: α) Ποιος ο ρόλος (αποστολή) αυτού του ιδρύματος; και β) πως αυτό το Πανεπιστήμιο θα γίνει ανταγωνιστικό και βιώσιμο σ’ ένα παγκοσμιοποιημένο σύστημαεκπαίδευσης;  Είναι εύκολο κανείς να δημιουργήσει μια αποτυχία.  Αλλά για μια επιτυχία πρέπει να απαντηθούν τα πιο πάνω ερωτήματα.

 

Αν και δεν υπάρχει γενική συμφωνία και ούτε μπορεί να διατυπωθεί εξαντλητικός πίνακας, μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες κύριες “υπηρεσίες” (ρόλους ή αποστολές) που ένα πανεπιστήμιο παρέχει :

·        Μετάδοση - Διάχυση γνώσης (λ.χ. μέσω διδασκαλίας)

·        Παραγωγή γνώσης / εισαγωγή γνώσης (λ.χ. μέσω ερευνητικών προγραμμάτων,εκπόνησης διατριβών, διοργάνωσης διεθνών συνεδρίων)

·        Πιστοποίηση γνώσης (λ.χ. με την απονομή Πανεπιστημιακών τίτλων)

·        Παραγωγή και διάχυση ιδεολογίας εθνικής, θρησκευτικής ή ταξικής (λ.χ. μέσω του περιεχομένου της διδακτέας ύλης, της διάρθρωσης προγραμμάτων σπουδών)

·        Καλλιέργεια - εισαγωγή πολιτισμικών ρευμάτων (λ.χ. με την εισαγωγή και πραγμάτευση καταλλήλων θεμάτων και προσαρμογή της διδακτέας ύλης, με “extra curricular” δραστηριότητες)

 

 Συνήθως αυτοί οι ρόλοι κωδικοποιούνται στο γνωστό τρίπτυχο διδασκαλία – έρευνα – υπηρεσίες στην κοινωνία. Αυτό όπως παρατηρήσαμε, έχει αλλάξει ιστορικά και είναι ενδιαφέρον να δούμε πως οι ρόλοι αυτοί διαμορφώνονται σήμερα.  Αυτό ορίζει και τι είναι κέντρο και το τι είναι περιφέρεια.

 

 

 

Περιφέρεια και κέντρο  - Φλοιοί Εμβέλειας

 

Πριν περάσουμε στην εξέταση των σύγχρονων αποστολών (ρόλων) ενός Πανεπιστημίου, είναι μεθοδολογικά χρήσιμο να διαφοροποιήσουμε και να διακρίνουμε τη δράση, το φλοιό εμβέλειας ενός ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε τοπικό,περιφερειακό, και σε διεθνή Για παράδειγμα το Πανεπιστήμιο Κύπρου ή οποιοδήποτε άλλο, λ.χ. της Κρήτης,  έχουν σαφές περιφερειακό πεδίο δράσης. Η Κύπρος, ή η Κρήτη αντίστοιχα, αν θέλετε η Λευκωσία αν το δούμε πιο στενά για το Πανεπιστήμιο Κύπρου, έχουν περιφερειακό φλοιό τον ελληνόφωνο κόσμο μια και η διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο Κύπρου είναι στην ελληνική και τελικά έχουν τη διεθνή επιστημονική κοινότητα με την οποία αναγκαστικά σήμερα πρέπει να έχουν διασύνδεση, να συνεργάζονται αν είναι να συνεχίσουν να υπάρχουν Το ίδιο ισχύει σ’ όλο τον κόσμο. Το Πανεπιστήμιο της Indiana έχει περιφερειακό φλοιό το Mid-West, εθνικό τις ΗΠΑ, και τέλος τη διεθνή κοινότητα κ.ο.κ. Αυτοί είναι τρεις ομόκεντροι φλοιοί (τοπικός, περιφερειακός, διεθνής) και κάθε ένα από τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ανάλογα με την ποιότητά του, τον προορισμό του και το πλέγμα των σχέσεών του, έχει να παίξει ένα ρόλο σε κάθε ένα από τους φλοιούς ατούς.  Για παράδειγμα το Μ.Ι.Τ. που ήδη αναφέραμε, είναι πρώτιστα ένα διεθνές ίδρυμα, δρα πρωταρχικά στο διεθνή φλοιό, εξ ου και η διεθνής φήμη του. Ενώ το πολύ μεγαλύτερο σε αριθμό φοιτητών Northeastern University, τρία χιλιόμετρα  μόλις μακριά από το Μ.Ι.Τ., είναι εστιασμένο στον τοπικό του ρόλο.  Παρέχει κύρια υπηρεσίες στην οικονομία της Μασαχουσέτης. Τα δύο αυτά ιδρύματα αλληλοσυμπληρώνονται σε ένα εκπαιδευτικό οικοσύστημα.

 

Στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, η κατανομή των ρόλων στο διεθνές εκπαιδευτικό σύστημα - οικοσύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν επιλέγεται. Ορίζεται σε διεθνή βάση με όρους του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού συστήματος. Αυτό ο ρόλος στο διεθνοποιημένο σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν βρίσκεται στην επιλογή οποιασδήποτε κοινωνίας, είτε αυτή λέγεται κυπριακή, είτε λέγεται ελληνική, όπως δεν επιλέγεται η οικονομική θέση στο διεθνοποιημένο οικονομικό σύστημα.  Kαταχτιέται ή προκύπτει ανάλογα με τις (σωστές η λαθεμένες) επιλογές μιας κοινωνίας,  με βάση τα οράματα, την στρατηγική και τον προγραμματισμό της. Αυτή την νομοτέλεια δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε. Υπάρχει  Κυπριακή στρατηγική επιλογή ή έστω επικρατούσα άποψη για το ρόλο τέτοιων ιδρυμάτων λόγου χάριν του δεύτερου πανεπιστημίου ή ακόμη και του πρώτου, πως θα παίξει σ’ αυτούς τους τρεις φλοιούς και με ποια πλεονεκτήματα σε σύγκριση με τον πολύ σκληρό ανταγωνισμό που διεθνώς εξελίσσεται;

 

Παρόλα αυτά, το καθοριστικό ερώτημα που παραμένει στην σχέση περιφέρειας - κέντρου στο εκπαιδευτικό γίγνεσθαι είναι: ποιες απ’ αυτές τις υπηρεσίες, τους ρόλους του πανεπιστημίου και με ποια ιεράρχηση καλείται ένα ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην εποχή της γνωσιοκρατίας να υπηρετήσει;  Eίναι βέβαια προφανές ότι την θεώρηση αυτή θα πρέπει να την εξειδικεύσουμε στις ιδιαιτερότητες του Kυπριακού χώρου. Πριν προχωρήσουμε στις επισημάνσεις  περί ιδιαιτεροτήτων του Kυπριακού χώρου,  θα επανεξετάσουμε στην συνέχεια μερικές από τις  βασικές λειτουργίες του σύνχρονου Πανεπιστημίου στο παγκοσμιοποιημένο εκπαιδευτικό τοπίο: την παραγωγή γνώσης,  την διάχυση  γνώσης την πιστοποίηση γνώσης όπως και την παραγωγή και διάχυσης ιδεολογίας.

 

Α.  Παραγωγή γνώσης.

Έχουμε ήδη επισημάνει ότι σήμερα η παραγωγή γνώσης δεν είναι πολυτέλεια, είναι αδήριτη ανάγκη για οικονομική ανάπτυξη. Κάθε κοινωνία που θέλει να μην αναλάβει παραγωγικές διαδικασίες δεύτερης και τρίτης διανομής, τις πιο χαμηλόμισθες και αυτές που κανείς δεν θέλει, πρέπει να παράγει γνώση και να τη διαχέει τοπικά. Για τον λόγο αυτό οι ανεπτυγμένες κοινωνίες πλουσιοπάροχα χρηματοδοτούν την επιστημονική παραγωγή γνώσης.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο κλάδος τον οποίο επιστημονικά υπηρετώ, η φυσική.  Πριν από εκατό χρόνια η έρευνα στη φυσική ήτανε κάτι ανάλογο με την ποίηση, έπρεπε κανείς να είναι ανεξάρτητα πλούσιος για να την υπηρετήσει. Είναι χαρακτηριστικό ότι λεγόταν όχι φυσική, αλλά φυσική φιλοσοφία (Natural Philosophy) γιατί το πρωταρχικό ενδιαφέρον εστιάζονταν στην κατανόηση, για φιλοσοφικούς λόγους, του πως λειτουργεί η φύση. Σήμερα αυτό έχει αλλάξει ριζικά εξ ου και η τεράστια κρατική χρηματοδότηση στις ανεπτυγμένες χώρες σε πολλούς τομείς της φυσικής και ιδιαίτερα αυτούς με τεχνολογικό ενδιαφέρον.

 

Το τι είναι έρευνα σήμερα, αύριο είναι εφαρμογή, μεθαύριο γίνεται βιομηχανία. Το μέγεθος των οικονομικών επιπτώσεων των επιστημονικών ανακαλύψεων είναι τέτοιο που οι μεγάλες εταιρείες, μιλάμε για διεθνείς κολοσσούς βέβαια, για παράδειγμα η ΙΒΜ, η ΝΟΚΙΑ  ή Bayer  κ.λπ., ανταγωνίζονται διεθνή πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα σε έρευνα στους τομείς των ενδιαφερόντων τους, διότι έχει γίνει τόσο άμεση η σχέση παραγωγής γνώσης με την παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας.  Η έκρηξη στην ευκολία πληροφόρησης κι η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας έχουν αλλάξει την σχέση των δύο αυτών διαδικασιών ριζικά, τόσο στην χρονική αμεσότητα που τις συνδέει, όσο και στην κλίμακα οικονομική και γεωγραφική που τις χαρακτηρίζει Η κλίμακα αυτή έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις ώστε ‘‘εθνική’’ παραγωγή πια, δεν μπορούμε να εννοήσουμε παρά σε οντότητες τόσο μεγάλες όσο η Ευρώπη, η Αμερική, ή  η Άπω Ανατολή, και δεν μπορούν να νοηθούν έξω απ’ αυτό το παγκόσμιο σύστημα.  Είναι ανόητο και στην πραγματικότητα αδιανόητο να μιλάμε σε όρους ‘‘εθνικής’’ παραγωγής, όταν μιλάμε για χώρες και οικονομίες  του μεγέθους της Κύπρου ή της Ελλάδας.

 

Β. Εισαγωγή και διάχυση γνώσης

 Εισαγωγή και διάχυση γνώσης δεν πρέπει πια συνχέεται με την πρόσβαση στην σχετική πληροφορία. Η πρόσβαση στην πληροφορία έχει γίνει τόσο εύκολη και φθηνή λόγω της τεχνολογικής επανάστασης (λ.χ. μέσω του διαδικτύου) που δεν χρειάζεται καν να την σχολιάζουμε.  Εισαγωγή και διάχυση γνώσης σήμερα πρέπει να την κατανοούμε ως την ικανότητα  ενός κοινωνικού συνόλου (π.χ. μιας κρατικής οντότητας) να την αφομοιώνει και να την αξιοποιεί (οικονομικά ή πολιτισμικά).

 

Υπήρχε μέχρι πριν δέκα χρόνια η εντύπωση, μάλιστα την καλλιεργούσαν μελετητές του (τότε) «Ιαπωνικού οικονομικού θαύματος», ότι δεν είναι ανάγκη κανείς να έχει ερευνητικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα που να παράγουν πρωτογενή γνώση και πολιτισμό, να θεραπεύοντας την θεμελιακή έρευνα τις ανθρωπιστικές σπουδές και τις καλές τέχνες, για να έχει πιο ανταγωνιστική βιομηχανία.  Απλώς έφτανε να πάρει κανείς τα αποτελέσματα της θεμελιακής έρευνας που έκαναν οι άλλοι, και να έχει πάρα πολύ καλές εταιρείες, οι οποίες να μπορούν να τα απορροφήσουν και να τα αξιοποιήσουν. Σε τομείς υψηλής τεχνολογίας άκρως ανταγωνιστικούς υπάρχουν πολλά παραδείγματα αποτυχίας εφαρμογής της πρακτικής αυτής. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα τωνμικροεπεξεργαστών (microprocessors) όπου η Ιαπωνία έχει επενδύσει τεράστια κονδύλια και έχει αποτύχει να συναγνωστεί την αμερικάνινη βιομηχανία.  Όλοι οι ιαπωνικοί υπολογιστές, αν κοιτάξετε, έχουν αμερικάνικούς μικροεπεξεργαστές. Μετά την κρίση της ιαπωνικής οικονομίας, το δόγμα αυτό ήδη οι ίδιοι οι Ιάπωνες το έχουν απαρνηθεί με πολιτικές ενίσχυσης της θεμελιακής έρευνας.  Έχουν και  αυτοί  ενστερνισθεί την άποψη ότι αυτός που θα αξιοποιήσει τη γνώση καλύτερα είναι αυτός που την έχει δημιουργήσει.  Άρα η διάχυση γνώσης, χαρακτηριστικό κέντρου και όχι επαρχίας, είναι αυτή που είναι συνδεδεμένη με μηχανισμούς παραγωγής γνώσης.

 

Γ. Πιστοποίηση γνώσης

Η πιστοποίησης γνώσης ήταν παραδοσιακά το κατ εξοχήν προνόμιο του κράτους και συνήθως άμεσα συνδεδεμένο με  εργασιακά δικαιώματα.  Η έκρηξη στην παραγωγή γνώσης, η κινητικότητα φοιτητών και η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας έχουν σπάσει τα κρατικά και εθνικά μονοπώλια πιστοποίησης και έχουν δημιουργήσεις έντονες τάσεις ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης της τριτοβάθμιας παιδείας, ένα πολύ γνώριμο φαινόμενο στην Κύπρο. Έτσι για παράδειγμα απόφοιτοι πανεπιστήμιων μεγάλων χωρών,λ.χ. της Γερμανίας ή των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν και αυτοί πρόσβαση στην ίδια αγορά και αχρηστεύουν τα εθνικά πρότυπα πιστοποίησης, όπως γίνεται και με τα εμπορεύματα δηλαδή. Τι σημαίνει αυτό; Ότι οι απόφοιτοί τους έχουν πρόσβαση και είναι περιζήτητοι ανεξάρτητα αν τους πιστοποιεί το εθνικό κράτος ή όχι.  Ένας απόφοιτος της Oξφόρδης ή τουStanford δεν χρειάζεται την πιστοποίηση του ΚΥΣΑΤΣ (του Kυπριακού Συμβουλίου Aναγνώρισης Tίτλων Σπουδών) για να βρει δουλειά στην Κύπρο, με εξαίρεση βέβαια τον δημόσιο τομέα όπου αυτό εμποδίζεται διοικητικά. Ξέρουνε όλοι ότι είναι πολύ καλός, ότι η πιστοποίηση από τα ιδρύματα αυτά έχει ουσιαστικό περιεχόμενο και ποιοτικό αντίκρισμα. Αυτό το φαινόμενο επιτείνεται και θα το δούμε να εντείνεται πολύ περισσότερο στην Κύπρο.  Προβλέπω μάλιστα ότι ένα νέο φαινόμενο αυτό της δικαιόχρησης  (franchising), που ήδη εφαρμόζεται σ’ άλλες χώρες, θα εμφανιστεί σύντομα και στην Κύπρο, όπου παραχώρηση τίτλων ξένων πανεπιστημίων θα γίνεται από τοπικές μονάδες εξ ονόματος ξένων πιο γνωστών ιδρυμάτων. Είναι το φαινόμενο που το γνωρίζουμε από την τουριστική βιομηχανία. Αφορά μέθοδο παροχής υπηρεσιών μέσα από μια σχέση συνεργασίας στην οποία ο δικαιοπάροχος (franchisor) χορηγεί στο δικαιοδόχο (franchiser) την επωνυμία του και το δικαίωμα να πωλεί προϊόντα ή/και υπηρεσίες που ο πρώτος έχει αναπτύξει. O δικαιοδόχος επωφελείται από τη γνωστή επωνυμία του δικαιοπαρόχου (π.χ. McDonalds,HiltonHertz) και την τεχνογνωσία του, ενώ παραμένει όσο του επιτρέπει η σύμβαση ένας ανεξάρτητος επιχειρηματίας, αφού ικανοποιούνται κάποια επίπεδα και κανόνες.  Πανεπιστήμια  όλων των ποιοτήτων θα παραχωρήσουν το όνομά τους σ’ αυτούς που θα μπορούν να κρατήσουν τα συγκεκριμένα επίπεδα. Στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης όπως και στα ξενοδοχεία θα υπάρξουν πολλά επίπεδα.  Θα υπάρχει αυτό των πέντε αστέρων ή των δύο αστέρων.  Είναι πολύ σημαντικό για την Κύπρο ν’ αποφασίσει, στην κατανομή που συντελείται τώρα, αν θα διεκδικήσει εκπαίδευση  πέντε αστέρων ή αν θα διεκδικήσει δύο αστέρων ή ακόμη και στο απλώς να ρυθμίζει και να ελέγχει την παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών από δικαιοπαρόχους ξένων ιδρυμάτων.

 

Ο προστατευτισμός, αλλά και η προσπάθεια ρύθμισης αυτών των φαινομένων τοπικά αγνοώντας αυτές τις διεθνείς τάσεις είναι καταδικασμένος.  Βέβαια ο πολίτης και η κοινωνία, ιδιαίτερα οι μικρές εθνικές και κρατικές οντότητες πρέπει να προστατευθούν. Η ίδρυση του Συμβουλίου Εκπαιδευτικής Αξιολόγησης και Πιστοποίησης, του ΣΕΚΑΠ, και οργανισμών αντίστοιχων για την αντιστοίχιση πτυχίων, όπως ΔΙΚΑΤΣΑ στην Ελλάδα ή του ΚΥΣΑΤΣ στην Κύπρο, πρέπει να εξεταστούν με κριτικό πνεύμα κάτω απ’ αυτά τα σχόλια που έχω αναφέρει προηγουμένως. Δεν μπορούν να λειτουργήσουν αδιαφορώντας για τις νομοτέλειες της δυναμικής της παγκοσμιοποίησης της γνώσης. Η πιστοποίηση της γνώσης από τους αρμόδιους φορείς, όχι αναγκαστικά τους κρατικούς, μπορεί να είναι κάλλιστα κοινοτικοί ή δημοτικοί – σε πολλές χώρες γίνεται αυτό – εξυπηρετεί πολλές χρήσιμες κοινωνικές ανάγκες.  Ταυτόχρονα όμως η διαιώνιση μεσαιωνικών συντεχνιακών αντιλήψεωνπου συνδέει άμεσα τα εργασιακά δικαιώματα με αυτά της πιστοποίησης της γνώσηςεγκυμονεί μεγάλους κινδύνους, ιδιαίτερα μάλιστα αν εξελιχθεί σε αποκλεισμό, σαν φραγμός σε κοινωνικές ομάδες να έχουν έτσι πρόσβαση σε εργασία, ανεξάρτητα από τα ουσιαστικά τους προσόντα, αλλά μόνο με τα τυπικά.

 

Δ.  Παραγωγή και διάχυση ιδεολογίας.

Η κατακλυσμική διακίνηση πληροφορίας έχει καταστήσει σχεδόν αδύνατο τον περιφερειακό - εθνικό παρεμβατισμό στην εισαγωγή και διάχυση ιδεών, πολιτισμικών ρευμάτων οπουδήποτε. Αναγκαστικά και ο ρόλος του Πανεπιστημίου στην παραγωγή και διάχυση ιδεολογίας έχει πάρει καινούργιο νόημα. Σήμερα έχει μετεξελιχθεί σε μηχανισμό φιλτραρίσματος και τοπικής προσαρμογής στην καλύτερη των περιπτώσεων. Η εισαγωγή του καινούριου και καινοτόμου χωρίς το ιδεολογικό, πολιτικό περίβλημα του αποστολέα γίνεται ολοένα και πιο εύκολη και ανεξέλεγκτη. Οι επιπτώσεις, θετικές και αρνητικές, είναιπρωτόγνωρες και πραγματικά εκρηκτικές. Το προφανές ιστορικό προηγούμενο με αντίστοιχες διαστάσεις είναι η εφεύρεση της τυπογραφίας.

 

 

Εμπορευματοποίηση της πανεπιστημιακής παιδείας

 

 Επισημάναμε ήδη ότι η ριζική αναδιάρθρωση στην παραγωγή και διάδοση γνώσης, κύρια όμως οι επιπτώσεις της στην οικονομία αναγκαστικά οδηγούν στην εμπορευματοποίησή της. Έκφανση του φαινομένου αυτού είναι στον Ελλαδικό και Κυπριακό χώρο, όπως και διεθνώς, η πίεση για την ίδρυση και αναγνώριση ιδιωτικών, εμπορευματικών σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν στηνεμπορευματοποίησή της γνώσης και την εισαγωγή της δικαιόχρησης στην εκπαίδευση, είναι τεράστιοι. Το πρόβλημα είναι πολυδιάστατο και η αντιπαράθεση στον απλοποιημένο διπολισμό ιδιωτικού-κρατικού Πανεπιστημίου λειτουργεί ανασταλτικά στην ανάδειξη των πραγματικών πτυχών του προβλήματος. Παρόλο που το θέμα είναι επίκαιρο και απασχολεί την Κυπριακή κοινωνία και επηρεάζει τον ρόλο του Πανεπιστημίου Κύπρου, το θεωρώ μόνο έμμεσα εμπλεκόμενο στο θέμα που πραγματευόμαστε και δεν θα επεκταθώ περισσότερο.

 

 

 

Kυπριακές Iδιαιτερότητες

 

Οι πιο πάνω γενικές παρατηρήσεις μας επιτρέπουν, ελπίζω, να δούμε τις κυπριακές ιδιαιτερότητες. Οι τοπικές ιδιομορφίες της Κύπρου είναι βέβαια καθοριστικές και πρέπει ν’ αναλυθούν σε βάθος πριν επιχειρηθεί τοποθέτηση για τις δυνατότητες της Κύπρου ή ακόμη πιο εξειδικευμένα  κάποιας συγκεκριμένης περιοχής της Κύπρου να διεκδικήσει αξιοπρόσεκτο ρόλο στο διεθνή αυτό καταμερισμό και την ιεράρχηση ποιότητας.  Πιστεύω ότι  σχετικά εύκολα αναδεικνύονται ως κυπριακές ιδιαιτερότητες ή τουλάχιστον ως πιο σημαντικές οι ακόλουθες:

·        Η Κύπρος συγκαταλέγεται στους λίγους προνομιακούς χώρους που διαθέτουν πλούσιο ανθρώπινο δυναμικό. Αυτό δεν είναι τετριμμένο.  Πολλές χώρες είναι καταδικασμένες να μην μπορούν να επιλέξουν το δρόμο αυτό γιατί έχουν τεράστιο έλλειμμα ανθρώπινου δυναμικού. Αντίθετα η Κύπρος είναι ευνοημένη με την πλούσια διασύνδεση με διεθνή κέντρα και μπορεί να αντλεί δυναμικό από τον ευρύτερο ελληνισμό.

·        H γεωγραφική θέση της Kύπρου,   σαν γέφυρα Aνατολής- Δύσης και Bορρά - Nότου και σαν το πιο ακραίο κομμάτι της Eυρώπης στις περιοχές αυτές (και ελπίζω  στο σύντομο μέλλον  το πιο ανατολικό και πιο νότιο κομμάτι της Eυρωπαίκης Ένωσης) προσφέρει ιδιαίτερα στρατηγικά πλεονεκτήματα στον επιστημονικό και εκπαιδευτικό χάρτη.

·        Παρ’ όλη την αυξημένη κινητικότητα όμως, η Κύπρος, δεν παύει να είναι ένα νησί αρκετά απομακρυσμένο από τον άμεσο και ευρύτερο πολιτιστικό του χώρο που είναι η Ελλάδα και η Ευρώπη, και αυτό είναι ένα μειονέκτημα.  Σαν αποτέλεσμα, η κυπριακή πολιτιστική σκηνή  εξακολουθεί να διακρίνεται από κάποια εσωστρέφεια, η οποία όμως είναι φθίνουσα.  Βέβαια η ιδιαιτερότητα η πιο σημαντική είναι η πολιτικοστρατιωτική αστάθεια της Κύπρου και οι ακραίοι κίνδυνοι στους οποίους βρίσκεται ο λαός της, και αυτό δεν μπορεί κανείς να το αγνοήσει.

 

Μέσα από αυτές τις διαπιστώσεις και κατηγοριοποιήσεις που πρόσφερα πιο πάνω ελπίζω να μπορούμε να διακρίνουμε αυτούς τους τρεις φλοιούς και να προβληματιστούμε στο πως μπορούμε να τους αξιοποιήσουμε στην Κύπρο:  στον τοπικό (Κυπριακή κοινωνία),στον περιφερειακό (ευρύτερος ελληνισμός) και στον διεθνή φλοιό. Δεν μπορούμε και θαήταν ανόητο κανείς να ισχυριστεί ότι θα φτιάξουμε το Διεθνές Πανεπιστήμιο της Κύπρου τα επόμενα δύο χρόνια στο τάδε μέρος. Αυτό θα ήταν ανιστόρητο αν δεν θα αξιολογούσαμε τα κοινωνικά και τα οικονομικά κριτήρια που θα το επέτρεπαν.  Με μεγαλύτερους χρονικούς ορίζοντες και με επίγνωση των δυσκολιών αυτού του έργου, αξιοποιώντας τα μοναδικά πλεονεκτήματα που προσφέρει το νησί, θα πρέπει όμως να προσπαθήσουμε.

 

Υπάρχουν σήμερα σοβαρές υποδομές ιδιωτικής τριτοβάθμιας παιδείας στην Κύπρο και υπάρχουν βέβαια μια σειρά από κρατικές σχολές τριτοβάθμιας παιδείας, το ΑΤΙ, η Ξενοδοχειακή Σχολή κ.λπ., με ναυαρχίδα βέβαια το Πανεπιστήμιο Kύπρου. Όλα τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των ιδρυτών τους αποκτούν μια τροχιά και γρήγορα δημιουργούν τα ίδια νέες συνθήκες.  Αυτό το βλέπουμε και στην Κύπρο. Ποιες είναι αυτές οι συνθήκες;  Ποιες είναι οι ελπίδες και οι κίνδυνοι; Ο ρόλος του Πανεπιστημίου Κύπρου είναι δεδομένος και αν θα υπάρξει δεύτερο δεν μπορεί να αγνοηθεί ο ρόλος του πρώτου.  Αυτό ισχύει και για οποιαδήποτε προσπάθεια για ένα δεύτερο πανεπιστήμιο.

 

Στη διεθνοποιημένη οικονομία στην οποία η Κύπρος λειτουργεί και ειδικότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου επιθυμεί να ενταχθεί, η οικονομική και η πολιτιστική ταυτότητά της είναι προς περιφρούρηση ή (επανα-)προσδιορισμό, δεν είναι δεδομένη.  Η Κύπρος εξακολουθεί να ταλαντεύεται ανάμεσα ακόμη στην επιλογή της περαιτέρω διόγκωσης παροχής τουριστικών υπηρεσιών και στο όραμα κάποιας τεχνολογικής κοινωνίας υψηλών επιστημονικών, τεχνικών και χρηματιστικών υπηρεσιών.  Η ίδρυση νέων πανεπιστημίων και ο προβληματισμός για τον χαρακτήρα τους εντάσσει το όλο θέμα στο προσκήνιο.  Ο ρόλος που η τριτοβάθμια εκπαίδευση θα διαδραματίσει σ’ αυτή την ανάπτυξη, και αυτός του εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού που θα την υπηρετήσει είναι καθοριστικός στη μελλοντική εξέλιξη της Κύπρου.

 

Πέρα από τους ευρύτερους αυτούς στρατηγικούς στόχους που η κυπριακή κοινωνία πρέπει να επιλέξει και να σχεδιάσει μέσα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη και τη δυναμική που παρουσιάζει το εξελισσόμενο τοπίο των ιδιωτικών σχολών τριτοβάθμιας παιδείας. Σήμερα αυτές οι σχολές εκπαιδεύουν περίπου όσους φοιτητές εκπαιδεύει και το κρατικό πανεπιστήμιο. Δεν είναι αμελητέα ποσότητα. Αναμενόμενο είναι ότι η εξέλιξή τους θα επηρεάσει το τοπίο και το ρόλο των κρατικών πανεπιστημίων, αν είναι περισσότερα του ενός.  Η σοβαρότητα των ιδιωτικών αυτών σχολών, της αξιολόγησής τους από το ΣΕΚΑΠ και στη συνέχεια των αντιστοιχιών που θα δοθούν από το ΚΥΣΑΤΣ θα επηρεάσει σημαντικά αυτή τη δυναμική. Διαφορετική δυναμική θα διαγραφεί αν οι κυρίως ξενόγλωσσες και εμπορευματικές ιδιωτικές σχολές παραμείνουν ξενόγλωσσες κι εμπορευματικές ή αν κινηθούν προς αναβάθμιση, όχι ποσοτική , αλλά ποιοτική. Οι δυνατότητες είναι υπαρκτές. Έχουμε ακούσει τα επιχειρήματα ότι στο βόρειο μέρος της Κύπρου οι Τουρκοκύπριοι και οι Τούρκοι έχουν μεγαλύτερο αριθμό ξένων φοιτητών. Αυτό δεν είναι ουσιαστικό και δεν έχει και τεράστιο ενδιαφέρον.  Έχει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον και θέλω να το τονίσω αυτό: διεκδικούν αυτοί τους πέντε αστέρες, τους τρεις ή τον ένα;  Άρα οι αριθμοί πολλές φορές κρύβουν την αλήθεια αντί να την αποκαλύπτουν. Τονίζω το ποιοτικό και τη σημασία του για την κοινωνία που τις φιλοξενεί και της οικονομίας που αναπτύσσει.

 

 

Kαταληκτικά Σχόλια

 

Θα τελειώσω με κάποια σχόλια και ελπίζω στη συζήτηση να εξειδικεύσουμε περαιτέρω τα ερωτήματα που μπήκαν από τους οργανωτές.  Η επιχειρηματολογία και οι έννοιες που ανάπτυξα πιο πάνω ελπίζω να απαντά στο ερώτημα που αρχικά θέσαμε για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, για το ρόλο της και τον προσδιορισμό, αν θέλετε, του τι είναι κέντρο και τι περιφέρεια Ελπίζω να έδωσα αρκετά εναύσματα ώστε να φανεί ότι ο ιστορικός ρόλος της παιδείας σε σχέση με την Κύπρο.

 

Η συνθετότητα του προβλήματος και οι Κυπριακές ιδιαιτερότητες μας δείχνουν ότι μπορούν ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Κύπρο να διαδραματίσουν ένα διεθνή ρόλο φτάνει να πιστέψουν στον εαυτό τους και η Κυπριακή πολιτεία να στηρίξει τις προσπάθειες αυτές. Αυτό θα επιτευχθεί αν καταφέρουν να ενταχθούν οργανικά και ανταγωνιστικά στη διεθνή ακαδημαϊκή και επιστημονική κοινότητα. Προϋπόθεση επίτευξης αυτού του στόχου είναι γνώση της δυναμικής των αδιατύπωτων κανόνων και ιεράρχησης που διέπουν αυτή τη διεθνή κοινότητα εκπαίδευσης και έρευνας. Σ’ αντίθετη περίπτωση, όπως έχει γίνει σ’ άλλες χώρες, θα προκύψει ένα απομονωμένο επαρχιακό σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που όχι μόνο δεν θα επιτελέσει τον επιθυμητό ιστορικό ρόλο, αλλά θα γίνει και επιζήμιο, όχι απλώς ουδέτερο. Ο σχεδιασμός ενός πανεπιστημίου  που δεν λαμβάνει υπόψη όλους αυτούς τους αδήριτους κανόνες της παγκοσμιοποίησης της γνώσης και της διάχυσής της θα ’ναι το αντίστοιχο του σχεδιασμού βιομηχανικής πολιτικής χωρίς κανείς να μελετήσει το διεθνές βιομηχανικό στερέωμα.

 

Παίζοντας με τον τίτλο «Η δυναμική της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην περιφέρεια» θα μπορούσε κανείς να πει ότι μόνο δυναμική τριτοβάθμια εκπαίδευση θα μετατρέψει την περιφέρεια από λιγότερη περιφέρεια σε περισσότερο κέντρο.

 

Καταλήγω με το να ευχαριστήσω ξανά τους οργανωτές που μου έδωσαν την εξαιρετική αυτή ευκαιρία να μοιραστώ μαζί σας ορισμένες σκέψεις μου γι’ αυτό το σημαντικό πρόβλημα.

 

Kώστας N. Παπανικόλας

Ο Δρ. Κώστας Ν. Παπανικόλας είναι καθηγητής Φυσικής του Eθνικού και Kαποδιστριακού Πανεπιστημίου Aθηνών, Διευθυντής του Eργαστηρίου Φυσικής και Διευθυντής του Ινστιτούτου Επιταχυντικών Συστημάτων & Εφαρμογών (I.E.Σ.E.) του Πανεπιστημίου Aθηνών και του Eθνικού Mετσόβιου Πολυτεχνείου.  Eχει πτυχίο Φυσικού και Διδακτορικό Tίτλο στην Πυρηνική Φυσική από το Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ). Έχει διατελέσει επιστημονικός συνεργάτης του Kέντρου Πυρηνικών Eρευνών της Γαλλίας (Saclay), και καθηγητής του Πανεπιστημίου του Ιλλινόιs (at Urbana - Champaign). Έχει επί πενταετία διατελέσει συντονιστής του εκλεκτορικού σώματος του τμήματος Θετικών Eπιστημών του Πανεπιστημίου Kύπρου.  Eίναι μέλος του Eθνικού Συμβουλίου Έρευνας και  Tεχνολογίας (Eλλάδας), διακεκριμένο μέλος (fellow) της Αμερικάνικης Ένωσης Φυσικών,  επίτιμος καθηγητής (Adjunct Professor) του Πανεπιστημίου του Ιλλινόις και επισκέπτης καθηγητής (Visiting Professor) του ΜΙΤ. Eίναι Πρόεδρος του Συμβουλίου Eκπαιδευτικής Aξιολόγησης και Πιστοποίησης της Kυπριακής Δημοκρατίας.

 



[1] Ομιλία στο Δημοτικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο Λεμεσού, σειρά έτους 2000.

 

 

 
epohi